Υπάρχουν ποδοσφαιριστές που κερδίζουν τρόπαια. Υπάρχουν ποδοσφαιριστές που γράφουν ιστορία. Και υπάρχουν εκείνοι που, κάποια στιγμή, παύουν να ανήκουν μόνο στο ποδόσφαιρο και γίνονται κομμάτι της ίδιας της ταυτότητάς του.
Ο Φράνκο Μπαρέζι ανήκει στην τρίτη κατηγορία.
Ο θρύλος της Μίλαν έφυγε από τη ζωή την Παρασκευή 31 Ιουλίου σε ηλικία 66 ετών, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά που δύσκολα θα ξεπεραστεί. Ένας από τους κορυφαίους αμυντικούς όλων των εποχών, αρχηγός μιας από τις σπουδαιότερες ομάδες που γνώρισε το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο και ένας άνθρωπος που συνέδεσε ολόκληρη την καριέρα του με τα χρώματα των «ροσονέρι».
Το παιδί από την Μπρέσια που έγινε «Piscinin»
Ο Μπαρέζι γεννήθηκε στις 8 Μαΐου 1960 στο Τραβάλιατο της Μπρέσια. Από πολύ μικρός γνώρισε τις δυσκολίες της ζωής. Έμεινε ορφανός σε ηλικία μόλις 14 ετών και βρέθηκε μπροστά σε μια επιλογή που έμελλε να καθορίσει ολόκληρη την ύπαρξή του.
Το 1974 πέρασε τις πόρτες των ακαδημιών της Μίλαν. Παράδοξο της μοίρας: ο μεγαλύτερος αδελφός του, Τζουζέπε, ήταν φίλαθλος της Μίλαν αλλά κατέληξε στην Ίντερ, ενώ ο Φράνκο, που μικρός υποστήριζε τους «νερατζούρι», απορρίφθηκε από την ομάδα λόγω της μικρής και λεπτοκαμωμένης σωματοδομής του.
Η Μίλαν, όμως, είδε κάτι που οι άλλοι δεν μπορούσαν να διακρίνουν.
Ο Ιτάλο Γκαλμπιάτι ξεχώρισε την τεχνική του, την αντίληψη και την ικανότητά του με την μπάλα. Τα ξανθά μαλλιά και το σχεδόν παιδικό παρουσιαστικό μπορούσαν να ξεγελάσουν. Όχι όμως όταν ερχόταν η ώρα της πρώτης μονομαχίας.
Ο μασέρ της ομάδας, ο Μαρικόντι, του έδωσε το παρατσούκλι «Piscinin», που στη μιλανέζικη διάλεκτο σημαίνει «μικρούλης».
Ένα παρατσούκλι που έμεινε για πάντα.
Από τον Λίντχολμ στον αρχηγό
Στις 23 Απριλίου 1978, ο Νιλς Λίντχολμ του έδωσε το βάπτισμα του πυρός στη Serie A. Η Μίλαν νίκησε 2-1 τη Βερόνα και ο νεαρός αμυντικός άρχισε να αποδεικνύει ότι η παρουσία του στην πρώτη ομάδα δεν ήταν συγκυριακή.
Ο Λίντχολμ πίστευε πραγματικά σε εκείνον. Το ίδιο και ο Τζιάνι Ριβέρα. Ο «Χρυσός Μπομπ» διέκρινε από νωρίς στον νεαρό Μπαρέζι κάτι περισσότερο από έναν ταλαντούχο αμυντικό. Έβλεπε έναν ηγέτη. Έναν ποδοσφαιριστή που μπορούσε όχι μόνο να διαβάσει το παιχνίδι, αλλά και να καθοδηγήσει τους συμπαίκτες του.
Και η εξέλιξη ήταν ραγδαία. Σε ηλικία μόλις 22 ετών, ο Φράνκο Μπαρέζι έγινε αρχηγός της Μίλαν. Δεν ήταν απλώς το περιβραχιόνιο. Ήταν η αρχή μιας σχέσης που θα κρατούσε μια ολόκληρη ζωή.
Οι πτώσεις που δεν τον λύγισαν
Η διαδρομή προς την κορυφή, όμως, δεν ήταν ευθεία. Η Μίλαν υποβιβάστηκε μετά το σκάνδαλο Totonero. Ο Μπαρέζι γνώρισε την πρώτη μεγάλη απογοήτευση της καριέρας του, όμως επέστρεψε στη Serie A και κέρδισε την εμπιστοσύνη του Εντσο Μπεαρζότ στην εθνική Ιταλίας.
Ένα πρόβλημα υγείας τον κράτησε εκτός δράσης για περίπου τρεισήμισι μήνες και δημιούργησε ερωτήματα ακόμη και για το αν θα μπορούσε να συνεχίσει στο υψηλότερο επίπεδο. Ο Μπαρέζι απάντησε με τον τρόπο που θα απαντούσε σε κάθε δυσκολία της ζωής του. Επέστρεψε.
Το 1982 ήρθε ένας ακόμη υποβιβασμός με τη Μίλαν. Παρ’ όλα αυτά, ο Μπαρέζι βρέθηκε στην αποστολή της Ιταλίας για το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας. Δεν αγωνίστηκε ούτε λεπτό, καθώς μπροστά του υπήρχε ο Γκαετάνο Σκίρεα. Στο τέλος, όμως, είχε ένα μετάλλιο που θα τον συνόδευε για πάντα. Παγκόσμιος πρωταθλητής.
Και όταν μεγάλες ευρωπαϊκές ομάδες άρχισαν να τον διεκδικούν, ο Μπαρέζι μπορούσε να φύγει. Δεν το έκανε. Έμεινε στη Μίλαν.
Η εποχή που το Μιλάνο έγινε αυτοκρατορία
Το 1986 ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι ανέλαβε τη Μίλαν και άλλαξε την ιστορία του συλλόγου. Έναν χρόνο αργότερα ήρθε ο Αρίγκο Σάκι.
Στην αρχή δεν ήταν εύκολα. Η φιλοσοφία του Ιταλού προπονητή απαιτούσε απόλυτη πειθαρχία, πίεση, συγχρονισμό και αμυντική γραμμή που έπρεπε να λειτουργεί σαν ένας οργανισμός. Και ποιος καλύτερος για να την ηγηθεί από τον Μπαρέζι;
Ο «Καπιτάνο» έγινε ο ιδανικός εκφραστής του ποδοσφαίρου του Σάκι. Με τους Γκούλιτ και Φαν Μπάστεν να προστίθενται στο ρόστερ, η Μίλαν κατέκτησε το πρωτάθλημα το 1988. Το 1989 ήρθε το Κύπελλο Πρωταθλητριών, με τον Ράικαρντ να συμπληρώνει το περίφημο ολλανδικό τρίο. Και το 1990 η Μίλαν επανέλαβε τον θρίαμβο στην Ευρώπη.
Ο Μπαρέζι βρισκόταν στην καρδιά όλων. Δεν χρειαζόταν φωνές. Δεν χρειαζόταν θεατρινισμούς. Μια ματιά του αρκούσε. Ένα νεύμα. Μια κίνηση. Οι συμπαίκτες του ήξεραν. Ο αρχηγός είχε μιλήσει.
Ο «Καπιτάνο» που δεν λύγισε ποτέ
Όταν ο Σάκι έφυγε και ανέλαβε ο Φάμπιο Καπέλο, πολλοί πίστεψαν ότι ο κύκλος εκείνης της μεγάλης Μίλαν είχε κλείσει.
Ο Καπέλο είχε διαφορετική σχέση με τον Μπαρέζι και διαφορετική φιλοσοφία. Όμως ο αρχηγός δεν είχε τελειώσει. Ακολούθησε μία ακόμη περίοδος κυριαρχίας. Τέσσερα πρωταθλήματα Ιταλίας και ένα ακόμη Κύπελλο Πρωταθλητριών, το 1994, ήρθαν να προστεθούν στη συλλογή του.
Συνολικά, ο Μπαρέζι κατέκτησε έξι πρωταθλήματα Ιταλίας και τρία Κύπελλα Πρωταθλητριών/Champions League με τη Μίλαν, σε μια καριέρα που αριθμεί 719 συμμετοχές με τους «ροσονέρι».
Αλλά ίσως κανένα από αυτά τα τρόπαια δεν αποτυπώνει τόσο έντονα τον χαρακτήρα του όσο μία ήττα.
Η μέρα που δάκρυσε όλη η Ιταλία
Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994 στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Μπαρέζι επέστρεψε στην εθνική ομάδα, έχοντας προηγουμένως αποφασίσει να αποσυρθεί από αυτήν.
Ο Αρίγκο Σάκι τον έπεισε να αλλάξει γνώμη. Και δικαιώθηκε. Ο Μπαρέζι οδήγησε την Ιταλία μέχρι τον τελικό απέναντι στη Βραζιλία. Έπαιξε τραυματίας και έδωσε μία από τις μεγαλύτερες μάχες της καριέρας του.
Το παιχνίδι οδηγήθηκε στα πέναλτι. Ο Μπαρέζι ανέλαβε πρώτος. Αστόχησε. Η Ιταλία έχασε το Παγκόσμιο Κύπελλο. Και οι κάμερες κατέγραψαν έναν άνθρωπο γονατισμένο στο χορτάρι, με δάκρυα στα μάτια.
Ο ίδιος άνθρωπος που έμοιαζε πάντα αλύγιστος. Εκείνη τη στιγμή, όμως, φάνηκε ο πραγματικός Μπαρέζι. Όχι ο αμυντικός. Όχι ο αρχηγός. Ο άνθρωπος.
Το τελευταίο παιχνίδι
Το 1996 ήρθε το τελευταίο πρωτάθλημα της καριέρας του. Έναν χρόνο αργότερα, τον Ιούνιο του 1997, ο Φράνκο Μπαρέζι ανακοίνωσε ότι αποσύρεται από την ενεργό δράση. Η Μίλαν έκανε κάτι που έμοιαζε αυτονόητο. Απέσυρε τη φανέλα με το Νο6.
Ο αριθμός του έγινε αιώνιος, όπως και η θέση του στην ιστορία του συλλόγου. Στη συνέχεια ανέλαβε διοικητικούς ρόλους στη Μίλαν, με μοναδική παρένθεση την παρουσία του στη Φούλαμ το 2002 ως τεχνικός διευθυντής. Όμως η επιστροφή του στο Μιλάνο ήταν αναπόφευκτη. Γιατί ο Μπαρέζι και η Μίλαν δεν ήταν δύο ξεχωριστές ιστορίες. Ήταν μία.
Δεν έφυγε ποτέ πραγματικά
Ο Φράνκο Μπαρέζι πέρασε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του με μία φανέλα. Από το 1977 μέχρι το 1997 φόρεσε τη φανέλα της Μίλαν, κατακτώντας τα πάντα και βιώνοντας τα πάντα: υποβιβασμούς, οικονομικές κρίσεις, αλλαγές διοικήσεων, αμφισβήτηση, θριάμβους, ευρωπαϊκές βραδιές που έμειναν στην ιστορία.
Και σε όλα ήταν εκεί. Πάντα εκεί. Η Μίλαν δεν αποχαιρετά απλώς έναν μεγάλο ποδοσφαιριστή. Αποχαιρετά έναν άνθρωπο που έγινε συνώνυμο του συλλόγου.
Έναν αρχηγό που δεν χρειάστηκε ποτέ να φωνάξει για να ακουστεί. Έναν αμυντικό που έκανε την άμυνα τέχνη. Έναν άνθρωπο που έπεσε, σηκώθηκε και συνέχισε. Μέχρι το τέλος. Ο τελευταίος του αγώνας ήταν ο πιο δύσκολος και αυτή τη φορά δεν κατάφερε να τον κερδίσει.
Όμως ο Φράνκο Μπαρέζι δεν χάνεται.
Γιατί κάποιοι ποδοσφαιριστές σταματούν να παίζουν.
Κάποιοι θρύλοι, όμως, δεν σταματούν ποτέ να υπάρχουν.
ertsports.gr