Στο πλαίσιο αυτό, αναπτύχθηκε ολοκληρωμένο οικονομετρικό υπόδειγμα, βασισμένο σε πρωτογενή και διοικητικά δεδομένα του ΟΑΚΑ, με στόχο να αποτυπωθούν οι οικονομικές προοπτικές αλλά και οι βασικοί κίνδυνοι που επηρεάζουν τη λειτουργία του μεγαλύτερου αθλητικού κέντρου της χώρας. Όλα αυτά τα είχε αποκαλύψει στο ertsports.gr πριν συμβούν, ο Γενικός Διευθυντής του ΟΑΚΑ Κωνσταντίνος Χαλιορής, σε αποκλειστική συνέντευξή του.
Η μελέτη καταδεικνύει ότι τα έσοδα από εκδηλώσεις και μισθώσεις αποτελούν τον βασικό παράγοντα για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα των εγκαταστάσεων, ενώ το ενεργειακό κόστος και οι αυξημένες ανάγκες συντήρησης εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμες προκλήσεις.
Παράλληλα, το ΟΑΚΑ εξετάζει σενάρια βελτίωσης της διακυβέρνησης και της λειτουργικής αποδοτικότητας, με στόχο τη μείωση του οικονομικού κινδύνου και τη δημιουργία πιο σταθερού μοντέλου ανάπτυξης για τη μεταολυμπιακή αξιοποίηση των υποδομών του.
Αναλυτικά η ενημέρωση από τον Συντονιστή Γενικό Διευθυντή του ΟΑΚΑ, Κωνσταντίνο Χαλιορή:
«Αναγνωρίζοντας την ανάγκη μετάβασης σε ένα νέο, πιο αποτελεσματικό μοντέλο διοίκησης και διαχείρισης μεταολυμπιακών ακινήτων, αναπτύξαμε ένα ολοκληρωμένο οικονομετρικό υπόδειγμα για την αξιολόγηση της χρηματοοικονομικής βιωσιμότητας του ΟΑΚΑ.
Το υπόδειγμα εκτιμήθηκε αξιοποιώντας πρωτογενή και διοικητικά δεδομένα από το ίδιο το ΟΑΚΑ, καλύπτοντας κρίσιμες διαστάσεις της λειτουργίας του, όπως έσοδα από εκδηλώσεις και μισθώσεις, ενεργειακή κατανάλωση, δαπάνες συντήρησης και λοιπά λειτουργικά κόστη.
Στο πλαίσιο του υποδείγματος, τα δεδομένα οργανώθηκαν ώστε να αποτυπώνουν τόσο τη διαχρονική εξέλιξη βασικών μεγεθών όσο και την εγγενή αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει τη λειτουργία ενός μεγάλου αθλητικού συγκροτήματος. Οι βασικές μεταβλητές περιλαμβάνουν:
- την αύξηση εσόδων από εκδηλώσεις και μισθώσεις,
- την κατανάλωση και το κόστος ενέργειας,
- τις δαπάνες συντήρησης (τόσο μέσες όσο και στοχαστικές διακυμάνσεις),
- και τα λοιπά λειτουργικά κόστη (σταθερά και μεταβλητά).
Η μεθοδολογική προσέγγιση βασίζεται σε στοχαστική προσομοίωση (Monte Carlo), μέσω της οποίας προσομοιώνεται μεγάλος αριθμός πιθανών διαδρομών για τις βασικές μεταβλητές του συστήματος. Με τον τρόπο αυτό, δεν εκτιμάται ένα μοναδικό αποτέλεσμα, αλλά ολόκληρη η κατανομή των πιθανών οικονομικών εκβάσεων έως το 2035.
Η αβεβαιότητα ενσωματώνεται στο υπόδειγμα μέσω πολλαπλών καναλιών, όπως η δυναμική της ζήτησης, οι διακυμάνσεις κόστους, τα σοκ συντήρησης και οι μεταβολές στο ενεργειακό περιβάλλον. Παράλληλα, εφαρμόζεται ανάλυση ευαισθησίας με χρήση Συντελεστών Μερικής Κατάταξης Συσχέτισης (PRCC), προκειμένου να εντοπιστούν οι βασικοί προσδιοριστικοί παράγοντες των αποτελεσμάτων.
Επιπλέον, αναπτύσσονται εναλλακτικά σενάρια λειτουργίας (βασικό, δυσμενές και σενάριο βελτίωσης διακυβέρνησης), τα οποία δεν αποτελούν ακραίες περιπτώσεις, αλλά διαφορετικά καθεστώτα λειτουργίας του ίδιου συστήματος.
Τα αποτελέσματα της ανάλυσης καταδεικνύουν ότι:
- Η ζήτηση, και ειδικότερα τα έσοδα από εκδηλώσεις, αποτελεί τον κυρίαρχο παράγοντα που καθορίζει τα οικονομικά αποτελέσματα.
- Τα κόστη (ενέργεια, συντήρηση, λειτουργικά έξοδα) επηρεάζουν κυρίως τον καθοδικό κίνδυνο, εντείνοντας την πιθανότητα αρνητικών εκβάσεων.
- Στο βασικό σενάριο, η βιωσιμότητα παραμένει εύθραυστη, με σημαντική αβεβαιότητα.
- Στο δυσμενές σενάριο, ο συνδυασμός χαμηλής ζήτησης και υψηλών κόστους οδηγεί σε συστηματικά ελλειμματικές εκβάσεις.
- Στο σενάριο βελτίωσης διακυβέρνησης, παρατηρείται σαφής βελτίωση των αποτελεσμάτων και μείωση του καθοδικού κινδύνου, χωρίς όμως πλήρη εξάλειψη της αβεβαιότητας.
Με βάση τα ευρήματα, προκύπτουν σαφείς κατευθύνσεις πολιτικής:
- Ενίσχυση της ζήτησης μέσω ενεργητικής διαχείρισης εκδηλώσεων και βελτιστοποίησης χρήσεων των εγκαταστάσεων.
- Βελτίωση της διακυβέρνησης και του συντονισμού, με στόχο την αύξηση της λειτουργικής αποδοτικότητας.
- Έλεγχος και σταθεροποίηση κόστους, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ενέργεια και τη συντήρηση.
- Εισαγωγή μηχανισμών διαχείρισης κινδύνου, δεδομένης της εγγενούς αβεβαιότητας των αποτελεσμάτων.
Το σημαντικότερο εύρημα της μελέτης είναι ότι η βιωσιμότητα μεταολυμπιακών εγκαταστάσεων δεν είναι προκαθορισμένη, αλλά εξαρτάται από το συνδυασμό ζήτησης, κόστους και διακυβέρνησης. Το αναπτυγμένο υπόδειγμα παρέχει ένα ισχυρό εργαλείο αξιολόγησης, το οποίο μπορεί να εφαρμοστεί όχι μόνο στο ΟΑΚΑ, αλλά και σε άλλα ολυμπιακά ακίνητα διεθνώς.
Κατά συνέπεια, η παρούσα προσέγγιση δεν αποτελεί απλώς μια μελέτη περίπτωσης, αλλά ένα γενικεύσιμο πλαίσιο ανάλυσης, ικανό να υποστηρίξει τον σχεδιασμό πολιτικής για τη βιώσιμη αξιοποίηση μεγάλων αθλητικών υποδομών σε παγκόσμιο επίπεδο».
ΑΒ.