Αργεντινή: Η επιτομή της δράσης, που έφερνε την αντίδραση

 

Ήταν αναγκαίο να περάσουν μερικές μέρες. Να καταλαγιάσει η σκόνη, να κοπάσει ο θόρυβος. Να καθαρίσει το μυαλό. Να εισέλθει, αργά, αλλά σταθερά στο υποσυνείδητο η πραγματικότητα.

Η Αργεντινή είναι παγκόσμια πρωταθλήτρια. Να επέλθει η αναγκαία συνειδητοποίηση ότι ο Λιονέλ Μέσι τα κατάφερε. Ότι πρόσθεσε στη συλλογή του αυτό που τού έλλειπε. Έτσι, για να βρει τη γαλήνη του εκείνος και την ηρεμία τους οι πολυάριθμοι οπαδοί – θαυμαστές του ανά τον κόσμο. Φυσικά και δεν ήταν μόνος του. Μόνος του δεν είναι κανένας στην κατάκτηση ενός παγκόσμιου τίτλου. Στο παρελθόν υπήρξαν ομάδες που χωρίς τον Μαραντόνα, τον Ματέους, τον Ρομάριο, τον Ζιντάν, τον Ρονάλντο, τον Τσάβι ή τον Ινιέστα, δεν θα μπορούσαν ποτέ να στεφθούν παγκόσμιες πρωταθλήτριες. Αλλά κανείς από όλους τους παραπάνω θρύλους δεν το πήρε μόνος του. Ούτε καν ο Μαραντόνα, ο πιο επιδραστικός από όλους στην πορεία ως τον τίτλο. Το πήρε με τον υπέροχο Μπουρουτσάγα, τον εκτελεστή Βαλντάνο, τον εργάτη Ενρίκε, τους στυλοβάτες Ρουγέρι και Μπράουν.

Από τις διεκδικήτριες του φετινού τίτλου καμία δεν τσαλακώθηκε, πριν αναγκαστεί να το κάνει, επειδή έμεινε πίσω στο σκορ. Η Γαλλία ήταν υπερβολικά προσεκτική σε όλη τη διάρκεια. Ακόμη και με τη Δανία στον όμιλο και με την Πολωνία στους «16», ήταν η ομάδα που πρωτίστως περίμενε τον αντίπαλο, με βασικό στόχο να βγει στο χώρο με τον Εμπαπέ και τον Ντεμπελέ. Δίχως ιδιαίτερη διάθεση για πρωτοβουλία, μετρημένη η προσπάθεια να πνιγεί ο αντίπαλος από την ξεκάθαρη υπεροχή σε ποιότητα. Για 75 λεπτά η ομάδα του Ντεσάν διεκδίκησε τον τίτλο της χειρότερης που έχει εμφανιστεί ποτέ σε τελικό Μουντιάλ. Και φυσικά η ευθύνη ανήκει σε εκείνον, για την ψυχολογική προετοιμασία πριν από ένα τόσο μεγάλο παιχνίδι. Αλλά και επίσης, στο ότι έφτασε στο 40’ του ακροτελεύτιου αγώνα για να συνειδητοποιήσει ότι δεν πρόκειται ποτέ, μα ποτέ, να πάρει έστω ένα… ρίνισμα ουσίας από τον Ουσμάν Ντεμπελέ. Η επιτομή της δυσαναλογίας, στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, σε ότι έχει να κάνει με τα εντυπωσιακά φυσικά χαρίσματα από τη μία πλευρά και την παντελή έλλειψη γρήγορης σκέψης και σωστής απόφασης από την άλλη. Το ότι έμεινε να διεκδικεί ως το 140’ (ναι, με όλες τις καθυστερήσεις) το 2ο σερί τρόπαιο, το οφείλει σε αυτό το παιδί – θαύμα, που χαίρεσαι να το βλέπεις να καλπάζει στο χορτάρι. Να αλλάζει ταχύτητες και κατευθύνσεις και να τελειώνει τις φάσεις όπως στο 2-2. Στον Κιλιάν Εμπαπέ. Που φυσικά κουβάλησε τη Γαλλία στο βαθμό που το έκανε και ο Μέσι με την Αργεντινή. Σε μια διετία θα είναι ο μοναδικός σούπερ σταρ στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Μέχρι να συμβεί, είναι ευλογία για εκείνον να έχει κοντά του στο Παρίσι τον Μέσι.

Ούτε η Αγγλία τσαλακώθηκε. Πολύ ποιοτική μεσοεπιθετικά, αλλά αργή στην ανάπτυξή της από την άμυνα. Ο σκοπός ανάλογος των «τρικολόρ». Πρώτα το μηδέν και βλέπουμε. Σύμφωνοι, αλλά υπάρχει τόσο ταλέντο και είναι κρίμα να περιμένεις την τύχη σου. Πρέπει να την προκαλέσεις. Να το κάνεις να συμβεί πρώτος. Δεν το έκανε απέναντι στη Σενεγάλη και τα βρήκε σκούρα στο πρώτο ημίωρο. Ήταν η πρώτη ένδειξη. Απέναντι στη Γαλλία έβγαλε ενέργεια, ήταν σαφές ότι διψούσε πιο πολύ και δικαιούταν περισσότερα. Αλλά αναγκάστηκε δύο φορές να κυνηγήσει. Την πρώτη βρήκε απάντηση, τη δεύτερη όχι. Και έφυγε άδοξα, όπως τόσες και τόσες φορές. Πιο πολύ κι από τον Κέιν, μοιραίο ήταν ότι δεν έψαξε τον τρόπο να ορίσει την τύχη της. Έχοντας τον πανέξυπνο και χαρισματικό Κέιν σε ρόλο φορ – δημιουργού, μερικά από τα πιο «καυτά» εξτρέμ στον κόσμο (Σακά, Φόντεν) κι έναν από τους καλύτερους ανερχόμενους χαφ (Μπέλινχαμ), η πορεία κρίνεται προφανώς αποτυχημένη.

Η Ισπανία κερδίζει με διαφορά τον τίτλο της πλέον ατσαλάκωτης ομάδας του τουρνουά. Μηδενικά έξοδα για το καθαριστήριο. Εκεί η ασφάλεια στα μετόπισθεν θα εξασφαλιζόταν μέσω της κατοχής της μπάλας. Μιας αέναης κυκλοφορίας, μιας ακατάπαυστης ανακύκλωσης, που ολοκληρωνόταν εκεί που είχε αρχίσει και από εκεί επανεκκινούσε. Στον Ρόδρι. Αδοξα, δίχως ιδέες, δίχως φιλοδοξία, δίχως παγκόσμια κλάση για το πώς θα υπάρξει η μετουσίωση στην αντίπαλη περιοχή. Με άπειρη πάσα, αλλά καθόλου τρέξιμο με την μπάλα και δίχως κίνηση μακριά από αυτήν. Ο αποκλεισμός από το Μαρόκο σηματοδότησε την απόλυτη αποτυχία στο πλάνο του Λουίς Ενρίκε, που έδωσε τα κλειδιά στον κορεσμένο Μπουσκέτς και μετέτρεψε τον καλύτερο αμυντικό χαφ της χώρας σε στόπερ (Ρόδρι). Γενικότερα, από τη «ρόχα» του 2022 έλειψε ο παίκτης που θα μπορούσε να αποτελέσει το σημείο αναφοράς. Εκείνος που θα έδινε ώθηση σε ένα γκρουπ καλών, αλλά όχι μεγάλων παικτών.

Η Κροατία έφτασε στους τέσσερις έχοντας νικήσει στα 90 λεπτά μόνο τον Καναδά. Με καλή διαχείριση στη μεσαία γραμμή, αλλά δίχως πυγμή στο τελευταίο τρίτο του γηπέδου. Κατάφερε να υπνωτίσει και εν τέλει να αποκλείσει τη Βραζιλία, γράφοντας εκ νέου ιστορία. Επιτυχημένη η πορεία της, εκπληκτική η κληρονομιά που αφήνει ο Λούκα Μόντριτς στο ποδόσφαιρο. Η ομάδα του Ντάλιτς στα ημιτελικά έπιασε το ταβάνι της. Δεν ήταν για παραπάνω.

Η Ολλανδία αποτέλεσε το πιο δύσκολο εμπόδιο στην πορεία της Αργεντινής ως τον τελικό. Αλλά νωρίτερα, στον πιο εύκολο όμιλο της διοργάνωσης, με Σενεγάλη, Εκουαδόρ και Κατάρ, κοίμισε τους πάντες. Ακόμη και τους δικούς της, υπέροχους, γνώστες των μυστικών του αθλήματος, οπαδούς. Μια Ολλανδία χωρίς εξτρέμ, σαν μια Ιταλία χωρίς στόπερ, μια Βραζιλία χωρίς ντριμπλέρ. Η ομάδα του Λουίς Φαν Γκάλ, από την αρχή της διοργάνωσης απαρνήθηκε το DNA της και για να γυρίσει το ματς με την Αργεντινή ντύθηκε… Βόρεια Ιρλανδία, πετώντας την μπάλα στον ουρανό, για να βρει κεφαλιές. Οτι άφησε ως ενθύμιο ήταν η κομπίνα στο φάουλ για το 2-2 στον προημιτελικό. Ήταν το μόνο που θα άξιζε να δει ο ανυπέρβλητος Γιόχαν Κρόιφ.

Η Πορτογαλία ήταν μια άλλη ιστορία. Ένα κεφάλαιο από μόνη της. Έγραφα από τις 24 Νοεμβρίου κιόλας, ανήμερα της πρεμιέρας της στη διοργάνωση με την Ουρουγουάη, ότι το μεγάλο στοίχημα του Φερνάντο Σάντος ήταν η διαχείριση του Κριστιάνο Ρονάλντο. Στην πράξη αποδείχτηκε «mission impossible». Τρίτη αγωνιστική, με την πρόκριση εξασφαλισμένη, αλλάζεις σχεδόν όλη την ομάδα. Παρά τα 37 του και την φρεσκάδα που θέλεις να έχει, τον κρατάς στην ενδεκάδα, σε αναζήτηση των… ρεκόρ του. Όταν αποφασίζεις ότι ήρθε η ώρα της αντικατάστασής του, για να πάρει ανάσες, έχει την αντίδραση που είχε. Κάπου εκεί τα πράγματα παίρνουν έναν δρόμο χωρίς γυρισμό. Κανείς άλλος σουπερ στάρ του ποδοσφαίρου δεν φάνηκε τόσο χολωμένος σε μια νίκη της ομάδας του με 6-1. Το πράγμα είχε στραβώσει. Το γυαλί είχε ραγίσει. Και με τον προπονητή, αλλά και με πολλούς από τους συμπαίκτες. Η ισορροπία στην ομάδα πήγε περίπατο. Απέναντι στο Μαρόκο, έμειναν με τον Πέπε, να διεκδικούν μια κεφαλιά στις καθυστερήσεις. Το γκολ δεν ήρθε και η Πορτογαλία του πληρέστατου (επιμένω) ρόστερ, αποχαιρέτησε άδοξα. Ο Σάντος επιχείρησε να διαχειριστεί τον Ρονάλντο, με τρόπο που να τον φέρνει στο ματς στο 50’-60’ και να αλλάζει τις ισορροπίες, απέναντι σε κουρασμένες άμυνες. Για έναν παίκτη 37 ετών, που έχει τόσο υψηλή αυτοεκτίμηση, νοοτροπία νικητή και απίθανο ένστικτο του γκολ, αλλά τού λείπουν αγώνες και έχει χάσει την έκρηξη και τη διάρκεια, είναι εν μέρει ορθολογικό. Αλλά ο Κριστιάνο, στα 20 χρόνια της παραμυθένιας πορείας του στα γήπεδα, αν κάτι δεν υπήρξε, ήταν ορθολογικός. Ήταν πάντοτε, υπέρμετρος, υπερβολικός, με το «εγώ» σε τόσο υψηλά επίπεδα, που δεν κατάφερε να τα προσεγγίσει ούτε ο άνθρωπος που υποτίθεται ότι τον γνώριζε όσο λίγοι. Ο Φερνάντο Σάντος.

Η Βραζιλία έπεσε θύμα της ίδιας της ιδιοσυγκρασίας της. Άκρως επικίνδυνη, θηρίο ανήμερο όταν είναι πληγωμένη, αφελής και ευάλωτη όταν είναι σε αλεγρία. Πληγωμένη από την περυσινή της ήττα στον τελικό του «Κόπα Αμέρικα» στο «Μαρακανά» θα ήταν εξαιρετικά δύσκολος, ίσως ανυπέρβλητος αντίπαλος για την Αργεντινή στον ημιτελικό. Αλλά σε αλεγρία, μετά την ποδοσφαιρική παράσταση και το 4-1 (αντί για 7-1) επί της Κορέας, αποδείχτηκε επικίνδυνη για τον εαυτό της. Η «σελεσάο», έχοντας και την τύχη εναντίον της, χαράμισε έτσι ακόμη μια διοργάνωση. Η πορεία της ήταν αντιστρόφως ανάλογη του απαράμιλλου ταλέντου του Νεϊμάρ και των απεριόριστων επιλογών στα άκρα της επίθεσης. Στα δύσκολα φάνηκαν οι αδυναμίες στα πλάγια της άμυνας (αναπόφευκτες οι συγκρίσεις με το παρελθόν), αλλά και στη μεσαία γραμμή, όπου χρειαζόταν ένας πιο γρήγορος παίκτης από τον Πακετά στις μεταβάσεις. Η Βραζιλία, μέσω του Ρισάρλισον, μάς άφησε το ομορφότερο γκολ της διοργάνωσης, αλλά είναι ασυγχώρητη για το γεγονός ότι μάς στέρησε την επική αναμέτρηση με την Αργεντινή στα ημιτελικά. Όπως, επί τη ευκαιρία, ασυγχώρητες είναι και οι ομάδες διαιτησίας, για το γεγονός ότι δεν είδαμε στους «16» το Βραζιλία – Ουρουγουάη.

Και πάμε εκεί απ’ όπου αρχίσαμε: αυτή που ξεκάθαρα τσαλακώθηκε στη διάρκεια της διοργάνωσης ήταν η Αργεντινή. Η ομάδα του Λιονέλ Σκαλόνι ήταν ο κοινός παρονομαστής των δύο κορυφαίων αγώνων του Μουντιάλ. Αργεντινή – Ολλανδία στον προημιτελικό, Αργεντινή – Γαλλία στον τελικό. Γιατί συνέβη αυτό; Διότι από τους συνήθεις διεκδικητές ενός παγκόσμιου τροπαίου μόνο η Αργεντινή εμφανίστηκε για να αντιμετωπίσει την κάθε στιγμή σαν να μην υπάρχει αύριο. Μπήκε στο γήπεδο για να μονομαχήσει για κάθε μπάλα, να βγει πρώτη στην κάθε διεκδίκηση, να πιέσει ασφυκτικά στα δύο τρίτα του γηπέδου, να ανακτήσει την μπάλα με ομαδική δουλειά. Να παίξει σκληρά όταν χρειαστεί. Να κυκλοφορήσει άμεσα την μπάλα όταν το απαιτούν οι συνθήκες. Να στήσει συνεργασίες με κοντινές πάσες και με ξαφνικές αλλαγές παιχνιδιού. Να χτίσει και να φέρει το παιχνίδι με φυσικό τρόπο στην ιδιοφυΐα του Μέσι, κι αν το βγάλει ο δρόμος και χωρίς εκείνον (βλέπε συνεργασία Έντσο Φερνάντες – Χουλιάν Αλβαρες στο δεύτερο γκολ με την Πολωνία). Μπήκε στο γήπεδο για να κάνει εκείνη, πρώτη, τα πράγματα να συμβούν. Να συμβούν καταρχάς στην αντίπαλη περιοχή και όχι στη δική της. Με συναίσθημα, με καρδιά. Η Αργεντινή εμφανίστηκε στο χορτάρι χωρίς την παραμικρή αμφιβολία ότι για να πάρει οτιδήποτε από οποιονδήποτε, θα πρέπει να τσαλακωθεί. Πεπεισμένη ότι ήταν ο μοναδικός τρόπος.

Και επειδή ακριβώς ήταν τόσο έντονο το συναίσθημα, στις στιγμές που τα πράγματα σταματούσαν να πηγαίνουν καλά και η μπάρα της ενέργειας έπεφτε, αυτό το συναίσθημα γύριζε μπούμερανγκ. Και μετατρεπόταν σε ένα καυτό μίγμα, εξαιρετικά δύσκολο να το διαχειριστείς. Ανατροπή από τη Σαουδική Αραβία, παρ’ ολίγον έμφραγμα από την Αυστραλία, φιάλες οξυγόνου με την Ολλανδία, ηρεμιστικά και υπογλώσσια στον τελικό. Μοναδική εξαίρεση ο ημιτελικός με την Κροατία, στο πιο ολοκληρωμένο ματς της «αλμπισελέστε» στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Στην ερώτηση για το πώς κατάφερνε να τα ξεπερνά όλα αυτά, υπάρχει εξήγηση. Σε μία χώρα που οι πάντες αγαπούν παθολογικά το ποδόσφαιρο και η λέξη ηρεμία απλά δεν υφίσταται, τουλάχιστον ένας άνθρωπος θα πρέπει να έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Το όνομά του: Λιονέλ Σκαλόνι. Ο κατάλληλος άνθρωπος στο κατάλληλο πόστο. Οι (μη) αντιδράσεις του στα γκολ επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Το αντίθετο του ασταθέστατου Χόρχε Σαμπαόλι (2018) και του νευρικού «Λόκο» Μπιέλσα (2002). Κατά σύμπτωση οι δύο τελευταίοι απέτυχαν παταγωδώς σε τελικές φάσεις μουντιάλ. Οι ομάδες τους λύγισαν από την πίεση που και οι ίδιοι άσκησαν. Στην Αργεντινή των «τρελών» με το ποδόσφαιρο μόνο ήρεμοι προπονητές έχουν κουλαντρίσει τις ορμές του έθνους την τελευταία εικοσαετία. Ο Νέστορ Πέκερμαν (2006) και ο αείμνηστος Αλεχάντρο Σαμπέλα (2014). Ο Σκαλόνι, με ελάχιστη προπονητική εμπειρία, τους ξεπέρασε και αυτούς και έγραψε ιστορία.

Μηδενός εξαιρουμένου, όλα τα ματς της Αργεντινής στο Κατάρ είχαν έντονο ρυθμό, υψηλή ένταση και πολλές φάσεις. Η φυσιογνωμία της ήταν η επιτομή της δράσης σε κάθε στιγμή. Γι’ αυτό και σχεδόν πάντα αυτή η δράση δημιουργούσε αντίδραση, προκαλώντας το τελικό μίγμα που έφερε τα ωραιότερα ματς της διοργάνωσης. Στα επτά ματς της Αργεντινής σημειώθηκαν 23 γκολ (15-8). Από καταβολής διαδικασίας Παγκοσμίου Κυπέλλου με άθροισμα επτά αγώνων ως τη στέψη (1974, 1978 και 1986 ως σήμερα), στα ματς καμίας άλλης παγκόσμιας πρωταθλήτριας δεν σημειώθηκαν περισσότερα γκολ.

Η επιδραστικότητα του Μέσι σε καθοριστικά σημεία έκανε τη διαφορά. Ήταν εκείνος που εμφανιζόταν στα δύσκολα, όπως ποτέ άλλοτε. Κι ας μην είχε τη φρεσκάδα και τη διάρκεια άλλων εποχών. Η ομάδα φρόντισε να τού δίνει τις ανάσες του, χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από εκείνον η κυκλοφορία. Εξαρτιόταν όμως αποκλειστικά από τον Μέσι το να παίρνουν δύναμη οι υπόλοιποι από την παρουσία του. Και στο πλάι του να ανεβαίνουν επίπεδο ως ποδοσφαιριστές. Δεν θυμάμαι άλλον σούπερ σταρ στην ιστορία του ποδοσφαίρου που να λατρεύτηκε σε τέτοιο βαθμό από τους συμπαίκτες του. Απτές αποδείξεις οι εικόνες των πανηγυρισμών, φέτος στην Ντόχα, πέρυσι στο Ρίο. Μια ομάδα παιδιών που μεγάλωσε με τον… θεό Μέσι και έφτασε να κατακτήσει μαζί του το Παγκόσμιο Κύπελλο. Δεν μπορείς να τον λατρέψεις, αν προηγουμένως δεν έχεις απολαύσει την ποδοσφαιρική σύνδεση μαζί του στο χορτάρι.

Ο Εμιλιάνο Μαρτίνες είναι καθοριστικός στην κατάκτηση του τροπαίου. Πρωταγωνιστής σε δύο διαδικασίες πέναλτι και με κορυφαία στιγμή την επέμβαση κόκκινου συναγερμού στον Κολό Μουανί στο 140’ του τελικού! Ο Χουλιάν Άλβαρες ήταν ο απόλυτος παρτενέρ του Μέσι στην επίθεση και εκείνος που έτρεχε και για τον Μέσι σε θέση πίεσης ή άμυνας. Αποκάλυψη ο Έντσο Φερνάντες, που “κούμπωσε” απόλυτα και έδωσε ποιότητα στο σύνολο, με την απλότητα και την ακρίβεια στις πάσες του, αλλά και με την υψηλή τεχνική του. Μπήκε στην ομάδα μόλις τον περασμένο Σεπτέμβριο. Ανάλογα και ο Αλέξις Μακ Αλιστερ, που αναπλήρωσε με το παραπάνω το κενό του κομβικού στα προκριματικά και στο Κόπα Αμέρικα, Τζιοβάνι Λο Τσέλσο. Σταθερή αξία στις μεταβάσεις ο Ροδρίγο Ντε Πολ, που ήταν παντού και πάντα κοντά στον Μέσι. Καθοριστικός, κι ας μην έπαιξε πολύ ο Άνχελ Ντι Μαρία, με γκολ σε δεύτερο σερί τελικό και προσφορά την τελευταία διετία που ξεπερνά στο σύνολό του τον πρότερο βίο των 13 ετών στη “seleccion”. Μεγάλο Μουντιάλ για τον Νικολάς Οταμέντι, με εξαίρεση το λάθος στον τελικό, που έβαλε ξανά στο κόλπο τη Γαλλία. Από κοντά και ο Κριστιάν Ρομέρο, ο Ναουέλ Μολίνα, ο Νικολάς Ταγλιαφίκο. Συνέβαλαν οι πάντες ανεξαιρέτως, σε ένα ρόστερ που ήταν σαφές ότι δεν είχε το βάθος της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Πορτογαλίας, φυσικά ούτε της Βραζιλίας. Αυτονόητα δεν θα ήταν εύκολο. Το ότι οι αντίπαλοι επέστρεφαν και φλέρταραν με την ανατροπή δεν οφειλόταν ούτε σε ηττοπάθειες, ούτε σε μεταφυσικά φαινόμενα. Αλλά στο ότι η δράση δημιουργούσε αντίδραση. Αλώστε, είπαμε, ποτέ δεν είναι εύκολο, αν δεν τσαλακωθείς…

Υ.Γ.: Η άλλη ομάδα που επιχείρησε και πέτυχε να βγει από το πλαίσιο και να αντιμετωπίσει με περίσσιο θράσος την περίσταση, είναι αναμφίβολα το Μαρόκο. Παρουσιάστηκε ορκισμένο να μη χάσει μονομαχία, να βγει δίχως έλεος στην αντεπίθεση, να ξεπεράσει τον εαυτό του από κάθε άποψη και εν τέλει να κάνει την απόλυτη υπέρβαση, γράφοντας μια ολόχρυση σελίδα στην ιστορία του και δίνοντας χρώμα στο Παγκόσμιο Κύπελλο.

 


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΟΜΑΔΕΣ

ΟΜΑΔΕΣ