Αρκετές από τις αθλήτριες που σήμερα αποθεώνουμε για όσα πετυχαίνουν φορώντας τη φανέλα της Εθνικής, θα επιστρέψουν σύντομα στην Ελλάδα για να αγωνιστούν σε ένα πρωτάθλημα που δεν είναι επαγγελματικό. Θα συνεχίσουν να προπονούνται καθημερινά, να ταξιδεύουν, να αγωνίζονται στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και να οργανώνουν ουσιαστικά ολόκληρη τη ζωή τους γύρω από τον αθλητισμό. Θεσμικά, όμως, δεν αντιμετωπίζονται ως επαγγελματίες αθλήτριες. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται μία αντίφαση που πλέον δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί.
Γιατί δεν μιλάμε για ένα άθλημα το οποίο η ελληνική έννομη τάξη αντιμετωπίζει συνολικά ως ερασιτεχνικό. Στο βόλεϊ ανδρών η κορυφαία κατηγορία είναι επαγγελματική. Υπάρχουν Τμήματα Αμειβομένων Αθλητών και η ΕΣΑΠ αποτελεί την επαγγελματική ένωση των ΤΑΑ που συμμετέχουν στην κορυφαία κατηγορία. Ο ν. 2725/1999 κάνει, μάλιστα, σαφή διάκριση. Για τους αθλητές που δεν αγωνίζονται σε ΤΑΑ ή ΑΑΕ προβλέπει ότι η αγωνιστική τους δραστηριότητα δεν αποτελεί άσκηση επαγγελματικής αθλητικής δραστηριότητας. Αντίθετα, για τον αθλητή με αμοιβή προβλέπεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία διέπεται από την εργατική νομοθεσία.
Στη Volley League Γυναικών αυτό το θεσμικό καθεστώς δεν υπάρχει. Η διαφορά δεν είναι απλώς αν δίπλα από ένα πρωτάθλημα θα τοποθετήσουμε την ταμπέλα «επαγγελματικό» ή «ερασιτεχνικό». Είναι η εργασιακή σχέση που δημιουργείται. Είναι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δύο πλευρών. Είναι η θεσμική κατοχύρωση της αθλήτριας που στην πραγματική ζωή μπορεί να βιοπορίζεται από το βόλεϊ, χωρίς το πλαίσιο μέσα στο οποίο αγωνίζεται να αναγνωρίζει αντίστοιχα την αθλητική της δραστηριότητα ως επαγγελματική.
Υπάρχει ασφαλιστική προστασία για τις αθλήτριες των ερασιτεχνικών εθνικών κατηγοριών και αυτό πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια. Από το 2021 προβλέπεται υποχρεωτική υπαγωγή στον e-ΕΦΚΑ για τον κίνδυνο ατυχήματος, ενώ υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις υπάρχουν προβλέψεις και για παροχές ασθενείας. Αυτό, όμως, δεν ταυτίζεται με το πλήρες εργασιακό και ασφαλιστικό καθεστώς που απορρέει από μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας επαγγελματία αθλητή.
Και κάπου εδώ φτάνουμε ίσως στο πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του προβλήματος. Η Αθηνά Παπαφωτίου είχε αποκαλύψει δημόσια τον Νοέμβριο του 2024 ότι στα ιδιωτικά συμφωνητικά που υπέγραφε υπήρχε όρος που προέβλεπε τι θα συμβεί σε περίπτωση εγκυμοσύνης. «Εγώ κάθε χρόνο υπογράφω στο συμβόλαιό μου όρο πως αν μείνω έγκυος, αυτόματα αυτό θα ακυρωθεί», είχε αναφέρει απευθυνόμενη στον αναπληρωτή υπουργό Αθλητισμού, Γιάννη Βρούτση. Χρειάζεται εδώ μία σημαντική διάκριση. Η συγκεκριμένη δημόσια μαρτυρία αποδεικνύει ότι ένας τέτοιος όρος έχει υπάρξει σε συμφωνία αθλήτριας. Δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάθε ομάδα χρησιμοποιεί αντίστοιχους όρους ούτε ότι μία τέτοια ρήτρα είναι κατ’ ανάγκη νομικά έγκυρη.
Ακριβώς, όμως, εκεί βρίσκεται και μέρος του προβλήματος. Γιατί η προστασία της μητρότητας μιας αθλήτριας δεν θα έπρεπε να εξαρτάται από το περιεχόμενο του ιδιωτικού συμφωνητικού που θα βρεθεί μπροστά της. Δεν θα έπρεπε να αποτελεί ζήτημα διαπραγμάτευσης μεταξύ μιας ομάδας και μιας παίκτριας, ούτε να βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια μίας ομάδας (καθώς – για να είμαστε δίκαιοι – δεν είναι κάτι που εφαρμόζουν όλες). Ωστόσο, θα έπρεπε να υπάρχει ένα σαφές θεσμικό πλαίσιο που να καθορίζει τι επιτρέπεται, τι απαγορεύεται και ποια δικαιώματα έχει κάθε πλευρά.
Κυρίως, όμως, δεν πρόκειται για ένα πρόβλημα που ανακαλύψαμε σήμερα λόγω της επιτυχίας της Εθνικής. Η Παπαφωτίου επανήλθε έναν χρόνο αργότερα, επισημαίνοντας ότι «δεν έχει γίνει κανένα βήμα προόδου», ενώ τον Ιούνιο του 2026, μιλώντας στην ΕΡΑ ΣΠΟΡ, έθεσε ξανά το ζήτημα του μη επαγγελματικού χαρακτήρα του γυναικείου πρωταθλήματος και μίλησε για «απροθυμία για αλλαγή».
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι πλέον δεν μιλάμε απλώς για τοποθετήσεις μεμονωμένων αθλητριών. Τον Μάιο του 2026 ο ΠΑΣΑΠΠ έθεσε επισήμως ως «επιτακτική ανάγκη» να αποκτήσει η Volley League Γυναικών πλήρως επαγγελματικό χαρακτήρα. Αυτός πρέπει να είναι και ο τελικός στόχος. Όχι απλώς μερικές βελτιώσεις σε ιδιωτικά συμφωνητικά. Όχι ένα πλαίσιο που θα διορθώσει δύο ή τρεις από τις πιο προβληματικές πτυχές και θα αφήσει ανέγγιχτη τη βασική αντίφαση. Η κορυφαία κατηγορία του βόλεϊ γυναικών πρέπει να αποκτήσει πλήρως επαγγελματικό χαρακτήρα.
Προφανώς αυτό δεν μπορεί να γίνει με μία ανακοίνωση. Χρειάζονται οικονομικές προϋποθέσεις, βιώσιμα σωματεία, κανόνες, έλεγχος κι ένα μοντέλο που θα μπορεί να λειτουργήσει πραγματικά και όχι απλώς να χαρακτηριστεί επαγγελματικό στα χαρτιά. Μέχρι να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, όμως, μπορεί και πρέπει να υπάρχει ένα ελάχιστο δεσμευτικό πλαίσιο προστασίας σε κρίσιμα ζητήματα όπως η μητρότητα, η ασφάλιση και οι σοβαροί τραυματισμοί. Ως γέφυρα. Όχι ως τελικός προορισμός.
Η ευθύνη δεν ανήκει αποκλειστικά σε έναν φορέα. Απαιτείται συνεργασία της Πολιτείας, της ΕΟΠΕ, των σωματείων και των εκπροσώπων των αθλητριών. Η Πολιτεία, ωστόσο, διαθέτει τα θεσμικά εργαλεία ώστε αυτή η συζήτηση να μετατραπεί κάποια στιγμή σε συγκεκριμένο σχέδιο μετάβασης.
Έως τότε, το παράδοξο παραμένει. Οι αθλήτριες καλούνται να λειτουργούν ως επαγγελματίες. Να προπονούνται ως επαγγελματίες. Να προσέχουν το σώμα τους ως επαγγελματίες. Να κρίνονται για τις επιδόσεις τους ως επαγγελματίες. Να εκπροσωπούν τη χώρα τους στο υψηλότερο επίπεδο ως επαγγελματίες. Και όταν πετυχαίνουν κάτι μεγάλο, όπως αυτή η πρόκριση στις “8” του EuroVolley, τις αντιμετωπίζουμε όλοι ως αθλήτριες υψηλού επιπέδου. Δεν γίνεται μόνο όταν η συζήτηση φτάνει στα δικαιώματά τους να θυμόμαστε ότι το πρωτάθλημά τους δεν είναι επαγγελματικό.
Η πρόκριση της Εθνικής αξίζει κάθε πανηγυρισμό. Ίσως, όμως, μπορεί να προσφέρει και κάτι ακόμη σημαντικότερο: μία ευκαιρία να ξανανοίξει αυτή η συζήτηση και, αυτή τη φορά, να μην κλείσει μέχρι να υπάρξει αποτέλεσμα. Οι αθλήτριες έχουν αποδείξει εδώ και χρόνια ότι μπορούν να λειτουργούν ως επαγγελματίες. Ήρθε η ώρα να τους δοθεί και το αντίστοιχο καθεστώς.
